Τετάρτη, 31 Ιουλίου 2019

Την Τετάρτη 31 Ιουλίου 2019 συνήλθε στο Ξενοδοχείο «Μεγάλη Βρεττανία» η Τακτική Γενική Συνέλευση των Μετόχων της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος. Στη Συνέλευση προσεκλήθη και παρέστη αντιπροσωπεία του Διοικητικού Συμβουλίου του Συλλόγου μας, με επικεφαλής τον Πρόεδρο κ. Ευάγγελο Δρόλια. Στην ομιλία του, ο Πρόεδρος του ΣΕΠΕΤΕ τόνισε, μεταξύ άλλων:

«Σήμερα θα μιλήσω με την ιδιότητα του μετόχου που έχει ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό, αφού, ως εκπρόσωπος εργαζομένων στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, γνωρίζω καταστάσεις και γεγονότα από την καθημερινή  λειτουργία της Τράπεζας.

Κατ’ αρχήν και παρενθετικά, θα ήθελα να αναφερθώ στο χώρο που γίνεται η Συνέλευση. Μας εκπλήσσει δυσάρεστα για δεύτερη χρονιά η Διοίκηση με την απόφασή της να φύγουμε από το σπίτι μας, την ΕΤΕ, όπου έχουμε επαρκέστατους χώρους και όπου παραδοσιακά διεξαγόταν η Γενική Συνέλευση. Για ποιο λόγο να πληρώνουμε επιπλέον κόστη σε μια εποχή που στόχος είναι το συμμάζεμα της Τράπεζας;

Από το φθινόπωρο του 2015 και σε εφαρμογή του 3ου μνημονίου, με την πρόφαση της πρόληψης πολιτικών παρεμβάσεων, όχι μόνο επιβλήθηκε στις διοικήσεις των τραπεζών μια μορφή στενής επιτροπείας, αλλά και μια πολιτική συρρίκνωσης των εργασιών τους και αναποτελεσματικής αντιμετώπισης των κόκκινων δανείων.

Διαβάζοντας το βιβλίο του συναδέλφου και οικονομολόγου Παναγιώτη Αγγελόπουλου «Τράπεζες και Χρηματοπιστωτικό Σύστημα», 5η έκδοση, βρήκαμε ένα ενδιαφέρον στοιχείο: ενώ στην ευρωζώνη ο δείκτης αναλογούντος πληθυσμού ανά πιστωτικό ίδρυμα ήταν, το 2017, περίπου 65.000 κάτοικοι, στην Ελλάδα (αν λάβουμε υπόψη τις βασικές τράπεζες, 7 τον αριθμό) ήταν περίπου 1,4 εκατ. κάτοικοι ανά τράπεζα. Δηλαδή υπάρχει χώρος για ίδρυση νέων πιστωτικών ιδρυμάτων. Επίσης, ο δείκτης πληθυσμός ανά κατάστημα στην ευρωζώνη είναι περίπου 2.170 κάτοικοι, ενώ στην Ελλάδα είναι 4.624 και εμείς συνεχίζουμε να κλείνουμε καταστήματα με την πρόφαση της ψηφιοποίησης. Σημειώνεται δε ότι η έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τις επιπτώσεις της κρίσης τονίζει ότι ο δείκτης συγκέντρωσης του τραπεζικού τομέα, όταν υπερβαίνει το 70%, δημιουργεί προβλήματα στην ανάπτυξη της οικονομίας. Ο εν λόγω δείκτης για την Ελλάδα ανέρχεται στο 95%.

Στο πλαίσιο αυτό, τα ερωτήματα που γεννώνται είναι γιατί οι εποπτικές αρχές της Ε.Ε., η Ε.Κ.Τ. το Τ.Χ.Σ., επέβαλαν την πολιτική συρρίκνωσης του ελληνικού τραπεζικού χώρου, και γιατί οι διοικήσεις και τα στελέχη των τραπεζών μας αποδέχθηκαν αυτή τη πολιτική, χωρίς καμία αντίδραση;

Τα τελευταία δύο χρόνια έχουμε δει την άλλοτε ναυαρχίδα του τραπεζικού κλάδου, την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, να έχει καταντήσει η τελευταία Τράπεζα γιατί δεν εκπονήθηκε ένα μακροχρόνιο σχέδιο ανάπτυξης. Η ΕΤΕ, κυρίες και κύριοι, είχε παρουσία στις πέντε ηπείρους και στους πέντε ωκεανούς, γιατί ο στρατηγικός σχεδιασμός της ήταν μακροχρόνιος. Τα καταστήματά της δεν είχαν την σημερινή απαράδεκτη εικόνα των άδειων γραφείων, με συνέπεια να αμφισβητείται από τους πελάτες η ευρωστία και η αξιοπιστία της. Υστερούμε ιδιαίτερα σε μερίδια αγοράς και σε σημαντικά τμήματα της πελατείας, όπως π.χ. σε χρηματοδοτήσεις σε ΜΜΕ, σε εισαγωγές, σε προμήθειες καρτών, σε μισθοδοσίες υπαλλήλων κλπ.

Είναι καιρός η Εθνική Τράπεζα, αφού βρει σωστές  λύσεις στη διαχείριση των κόκκινων δανείων, να ξαναμπεί στην αγορά και να ανακτήσει το μερίδιο που της αναλογεί, τοποθετώντας τη ρευστότητα που διαθέτει σε κερδοφόρες επενδύσεις, με τη χρηματοδότηση νέων υγιών και καινοτόμων επιχειρήσεων.

Και βέβαια, πρέπει να ληφθεί μέριμνα για την επίλυση του σοβαρού προβλήματος της υποστελέχωσης του Δικτύου των Καταστημάτων, με την εκπόνηση ενός αποτελεσματικού σχεδίου αναδιάρθρωσης.

Για το ήδη εξαγγελθέν σχέδιο αναδιάρθρωσης που προβλέπει τον μετασχηματισμό της τράπεζας με την είσοδο της ψηφιακής τεχνολογίας, τον περιορισμό του λειτουργικού κόστους και τη δραστική μείωση του έμπειρου προσωπικού και του δικτύου καταστημάτων, έχουμε να παρατηρήσουμε τα εξής:

1)     Ο ψηφιακός μετασχηματισμός της Τράπεζας, όσο αναγκαίος και αν είναι, θα πρέπει να γίνει με ενημέρωση και συμμετοχή όλων των εργαζομένων, και να ληφθεί υπόψη ότι μία Τράπεζα 180 χρόνων έχει τέτοιο όγκο αρχείων που απαιτείται η σταδιακή εφαρμογή της ψηφιοποίησης και όχι ο βίαιος και σύντομος δρόμος που ακολουθείται. Άλλωστε, πρόσφατο παράδειγμα αποτελεί το μεγάλο χρονικό διάστημα που απαιτήθηκε για την ολοκλήρωση της πελατοκεντρικής οργάνωσης της Τράπεζας.

2)     Μπορεί η Διοίκηση στα λόγια να προωθεί τη μείωση του λειτουργικού κόστους, αλλά στην πράξη γινόμαστε καθημερινά μάρτυρες αποφάσεων της Διοίκησης που το αυξάνουν. Π.χ. αντί για μείωση των θέσεων του οργανογράμματος, έχουμε αύξησή τους, πρόσληψη ανωτάτων στελεχών (με αύξηση των αποδοχών τους από 13-30%), οι οποίοι φέρνουν μαζί τους από πέντε έως δέκα νέα στελέχη της αγοράς, αέναη μετακίνηση υπηρεσιών, έκδοση cover bond για κεφάλαια Tier II  με επιτόκιο 8,25 όταν το Ελληνικό Δημόσιο δανείζεται με 1,9% κ.ά.

3)     Για να μπορέσουμε να καλύψουμε την αύξηση των γενικών εξόδων, οδηγούμαστε στη μείωση του προσωπικού και τη συρρίκνωση του δικτύου, με συνέπεια ο δείκτης ικανοποίησης της πελατείας να χειροτερεύει.

4)     Το χειρότερο όλων δε, είναι η μείωση του δείκτη δανείων προς καταθέσεων από το σημερινό 71% στο 63% το 2021, όταν για να είναι κερδοφόρα μία τράπεζα απαιτείται ο δείκτης αυτός να είναι τουλάχιστον 90%.      

Καλούμε το Δ.Σ. της Τράπεζας, μαζί με τα στελέχη και τους εργαζόμενους, να τροποποιήσουμε το αναπτυξιακό πλάνο, ώστε να επανέλθει η Εθνική Τράπεζα στην πρωτοπορία του ελληνικού τραπεζικού συστήματος, αλλά και να ξαναγίνει ηγέτιδα δύναμη στην ΝΑ Ευρώπη.

Θα ήθελα να αναφερθώ σε ένα θέμα που ταλαιπωρεί την ΕΤΕ εδώ και τρία χρόνια τώρα. Σας είχαμε επισημάνει, κύριοι της Διοίκησης, ότι, για το γνωστό θέμα της αναδρομικής περικοπής του εφάπαξ στους 572 συναδέλφους, η ΕΤΕ θα υποχρεωθεί να πληρώσει το οφειλόμενο ποσό και τόκους υπερημερίας, έτσι και τώρα σας καλούμε και πάλι, χωρίς αγκυλώσεις και αποκλεισμούς, να βρούμε λύση στο θέμα του ΛΕΠΕΤΕ. Ο ΛΕΠΕΤΕ είναι μία σύμβαση μεταξύ εργοδότη και εργαζομένων που άπτεται της ιδιωτικής ασφάλισης, σύμβαση από την οποία απορρέουν υποχρεώσεις για τη Διοίκηση, σας υπενθυμίζω δε ότι παρόμοιες νομικές διενέξεις έχουν λυθεί στα ευρωπαϊκά δικαστήρια από το 1986. Παρεμπιπτόντως, υπογραμμίζω το αυτονόητο, ότι δηλαδή για τον ΛΕΠΕΤΕ δεν ενδιαφέρονται μόνο οι συνταξιούχοι μας, αλλά και οι εν ενεργεία συνάδελφοι, για τους οποίους η σύμβαση ισχύει ακόμη.

Πρέπει εδώ να σημειώσουμε ότι σε όλες τις τράπεζες παγκοσμίως, το κλειδί της επιτυχίας είναι η σχέση της Διοίκησης με τους εργαζόμενους, η ομοψυχία τους. Μια κορυφαία Τράπεζα λοιπόν, που λειτουργεί με τους κανόνες της εταιρικής διακυβέρνησης και της εταιρικής κοινωνικής ευθύνης, όπως είναι η Εθνική, επιβάλλεται να δίνει προτεραιότητα και λύσεις σε ζητήματα που απασχολούν το προσωπικό της. Συγκεκριμένα:

          σεβασμός στους θεσμούς, στις Συλλογικές Συμβάσεις και στην εργατική νομοθεσία

          ενιαία έκφραση του προσωπικού, με την ένταξη στον Κανονισμό Εργασίας όλων των κατηγοριών υπαλλήλων που εργάζονται σήμερα στην Τράπεζα και καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες

          διατήρηση της αγοραστικής δύναμης των εργαζομένων

          ίση αμοιβή για την ίδια παρεχόμενη εργασία

          αξιοποίηση του Επιστημονικού Προσωπικού και των Στελεχών της ΕΤΕ με αξιοκρατικά κριτήρια

          συνέχιση της στήριξης του ΤΥΠΕΤ για τη διασφάλιση της βιωσιμότητάς του

          άμεση επίλυση του προβλήματος του λογαριασμού Επικούρησης

          προσλήψεις μέσω ΑΣΕΠ για την κάλυψη των κενών της τελευταίας εθελούσιας και την εύρυθμη λειτουργία του Δικτύου Καταστημάτων της Τράπεζας.»

ΤΟ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ